ἔκδυσις

ἔκδῠσις, εως, ,
A getting out, escape, opp. ἔσοδος, Hdt.2.121.γ' ; τὴν ἔ. ποιεῖσθαι to make their way out, Id.3.109 ;

οὐκ ἔστι Ἕλλησι οὐδεμία ἔ. μὴ οὐκ εἶναι δούλους Id.8.100

, cf. Pl.Cra.426a ; πόθεν ἔκδυσιν εὗρες λατρείης δοξῶν ; Timo 48 (v.l. ἔκλυσιν).
II stripping, deprivation, Man.4.331 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκδυσις — getting out fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδύσει — ἔκδυσις getting out fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐκδύσεϊ , ἔκδυσις getting out fem dat sg (epic) ἔκδυσις getting out fem dat sg (attic ionic) ἐκδύ̱σει , ἐκδύω take off fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδύσεις — ἔκδυσις getting out fem nom/voc pl (attic epic) ἔκδυσις getting out fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδύσης — ἔκδυσις getting out fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐκδύ̱σης , ἐκδύω take off aor part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδύσιες — ἔκδυσις getting out fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδυσιν — ἔκδυσις getting out fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ecdisis — ► sustantivo femenino ZOOLOGÍA Cambio de la epidermis en los insectos: ■ la ecdisis está provocada por una hormona llamada ecdisona. IRREG. plural ecdisis * * * ecdisis. (Del gr. ἔκδυσις, salida, evasión). f. Zool. Muda de los artrópodos …   Enciclopedia Universal

  • έκδυση — Φαινόμενο που παρατηρείται κατά περιόδους σε πολλά ζώα και συνίσταται στην ανανέωση ολόκληρου ή μέρους του περιβλήματός τους ή των παραγώγων του. Η έ. είναι απαραίτητη στα αρθρόποδα για την αύξηση του σώματός τους, επειδή το περίβλημά τους… …   Dictionary of Greek

  • ἐκδύσεως — ἐκδύσεω̆ς , ἔκδυσις getting out fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδύσῃ — ἐκδύσηι , ἔκδυσις getting out fem dat sg (epic) ἐκδύ̱σῃ , ἐκδύω take off aor part act fem dat sg (attic epic ionic) ἐκδύ̱σῃ , ἐκδύω take off aor subj mid 2nd sg ἐκδύ̱σῃ , ἐκδύω take off fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδυσ' — ἔκδυσι , ἔκδυσις getting out fem voc sg ἔκδῡσαι , ἐκδύω take off aor imperat mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.